φαρμακοχημεία

φαρμακοχημεία
η фармацевтическая химия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "φαρμακοχημεία" в других словарях:

  • φαρμακοχημεία — η, Ν (παλ. όρος) μέρος τής χημείας που έχει ως αντικείμενο μελέτης τις προερχόμενες από τα φαρμακευτικά φυτά ουσίες …   Dictionary of Greek

  • φαρμακοχημεία — η τμήμα της φυτοχημείας που ασχολείται με την εξέταση των χημικών συστατικών τα οποία προέρχονται από φαρμακευτικά φυτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φάρμακο — το / φάρμακον, ΝΜΑ 1. ουσία που χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς, για την αποκατάσταση τής φυσιολογικής λειτουργίας τού οργανισμού ή για προφύλαξη από τις νόσους, φαρμακευτικό προϊόν, γιατρικό 2. μτφ. μέσο που χρησιμεύει για την άμβλυνση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»